Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Ο Σκουρλέτης δεν κάνει πίσω: Εκλογές με απλή αναλογική στην Αυτοδιοίκηση



Ομιλία του Προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκου Μητσοτάκη
στο 10ο ετήσιο Συνέδριο της Διεθνούς Διαφάνειας

Κυρίες και κύριοι,

Βρίσκομαι μαζί σας στο Συνέδριο της Διεθνούς Διαφάνειας και θέλω να σας συγχαρώ για το πολύ σημαντικό έργο το οποίο έχετε επιτελέσει όλα αυτά τα χρόνια σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο πεδίο αυτό της καταπολέμησης της διαφθοράς και του εξορθολογισμού της λειτουργίας των θεσμών, ένα ζήτημα, που σήμερα περισσότερο παρά ποτέ, πρέπει να απασχολεί τον δημόσιο διάλογο.

Πριν μπω στο θέμα της σημερινής εκδήλωσης, κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ εν συντομία στα όσα συνέβησαν χθες και σήμερα στη διάρκεια της επίσκεψης του προέδρου Ερντογάν στην Ελλάδα. Και επιλέγω βέβαια συνειδητά να το κάνω τώρα που ο Τούρκος πρόεδρος έχει πλέον αναχωρήσει από την πατρίδα μας. Γιατί είναι βασική αρχή μου, ότι οφείλουμε όλοι να χειριζόμαστε τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής με σύνεση και υπευθυνότητα. Κι ότι τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας μας, δεν προσφέρονται για κανενός είδους μικροκομματική εκμετάλλευση.

Θα θέσω, ωστόσο, ένα ερώτημα που νομίζω έχει κάθε καλοπροαίρετος πολίτης: Ποιος ακριβώς ήταν ο στόχος της επίσκεψης Ερντογάν στην Ελλάδα και ποιο το προσδοκώμενο αποτέλεσμα; Και γιατί έπρεπε να γίνει σε αυτήν τη συγκυρία; Πολύ φοβάμαι ότι το ερώτημα αυτό, σήμερα ενισχύεται. Η χθεσινή επίσκεψη του Τούρκου προέδρου στην Ελλάδα – η πρώτη μετά από 65 χρόνια – θα έπρεπε αυτονοήτως να έχει ως στόχο μια ουσιαστική επανεκκίνηση των διμερών σχέσεων. Να γίνει η αφετηρία μιας δυναμικής βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα. Αυτό, άλλωστε, είναι στη διπλωματία και το νόημα των διμερών συναντήσεων. Και αυτή είναι η ευθύνη της Κυβέρνησης, που άλλωστε οργάνωσε την επίσκεψη.

Αντί να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, τι παρακολουθήσαμε όλοι χθες; Είδαμε τον Τούρκο πρόεδρο να διατυπώνει δημοσίως – και μάλιστα επί ελληνικού εδάφους – μονομερείς αξιώσεις της χώρας του. Πέρα και έξω από το Διεθνές Δίκαιο και τις διεθνείς Συνθήκες που καθορίζουν το πλαίσιο καλής γειτονίας των δύο χωρών. Οι απαντήσεις που δόθηκαν από όλους μας στον Τούρκο πρόεδρο ήταν αυτονόητες. Το ερώτημα όμως παραμένει: Αυτός ήταν ο στόχος της χθεσινής επίσκεψης; Να δώσουμε βήμα στον κ. Ερντογάν για να διατυπώσει και στην Ελλάδα τις όποιες αξιώσεις του και να διαπληκτιστούμε εκ των υστέρων μαζί του μπροστά στις κάμερες; H Ευρωπαϊκή Ελλάδα συνεργάζεται με όλους, αλλά ταυτόχρονα υπερασπίζεται με επιχειρήματα τα δίκαιά της. Δεν καυγαδίζει, ούτε λαϊκίζει. Και βέβαια η ουσιαστική διπλωματία δεν διεξάγεται σε δημόσια θέα.

Το περιγράφω απλά, για να καταδείξω πόσο καθοριστικής σημασίας είναι η προετοιμασία αυτών των συναντήσεων. Προετοιμασία που δυστυχώς απεδείχθη αναιτιολόγητα πρόχειρη για τα δεδομένα και τη σημασία της χθεσινής επίσκεψης. Προσωπικά επανέλαβα χθες στον κ. Ερντογάν ότι ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών, καθώς και η αμοιβαία κατανόηση για αποφυγή προκλήσεων και αθεμελίωτων μονομερών διεκδικήσεων, είναι ο μόνος δρόμος για ένα καλύτερο μέλλον σταθερότητας και ειρήνης. Όπως και ότι η Συνθήκη της Λωζάνης αποτελεί τον ακρογωνιαίο και αδιαπραγμάτευτο λίθο για τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Επιπλέον, του επισήμανα ότι το παρόν και το μέλλον των Ελλήνων Μουσουλμάνων της Θράκης, όπως άλλωστε και όλων των Ελλήνων πολιτών, είναι πρωταρχικό και διαρκές μέλημα της ελληνικής Πολιτείας και όχι διμερές ζήτημα. Άλλωστε ο σεβασμός των ανθρωπίνων και θρησκευτικών δικαιωμάτων δεν εφαρμόζεται με αμοιβαιότητα. Είναι αυτονόητη υποχρέωση κάθε Κράτους. Αυτό άλλωστε αναμένουμε από την Τουρκία σε σχέση με την ελληνική ορθόδοξη μειονότητα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τη Σχολή της Χάλκης. Τις αυτονόητες αυτές θέσεις της χώρας μας τις επαναλαμβάνω σήμερα, έχοντας όμως την αίσθηση ότι δυστυχώς χάθηκε μια πολύτιμη ευκαιρία να κάνουμε ένα θετικό βήμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ένα είναι βέβαιο. Η πατρίδα μας δεν κέρδισε απολύτως τίποτα από την επίσκεψη. Η προάσπιση των εθνικών συμφερόντων απαιτεί σοβαρότητα, καλή προετοιμασία και προσεκτικά μελετημένες κινήσεις. Πολύ φοβάμαι ότι χθες εξέλειπαν και τα τρία.

Κυρίες και κύριοι,

Έρχομαι τώρα στο κυρίως αντικείμενο της τοποθέτησής μου το ερώτημα που θέτει το φετινό 10ο συνέδριο της Διεθνούς Διαφάνειας είναι ίσως πιο επίκαιρο από ποτέ. Για μένα, δεν πρόκειται για θεωρητικό ερώτημα. Πρόκειται για απτό προβληματισμό με χειροπιαστές συνέπειες. Η χαμηλή εμπιστοσύνη προς τους πολιτικούς θεσμούς αποτελεί πρόβλημα παγκόσμιο. Αν δεν αντιμετωπιστεί, τότε απειλείται η ποιότητα της Δημοκρατίας, αλλά και το αξιακό μας οπλοστάσιο. Όπως φαίνεται από σειρά ερευνών και εκθέσεων, ο δείκτης πολιτικής εμπιστοσύνης έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν και μάλιστα διεθνώς. Αυτό ανοίγει το δρόμο σε λαϊκίστικα μορφώματα από τα δεξιά ή από τα αριστερά. Τα μορφώματα αυτά, με την πολιτική ρητορική τους, επιταχύνουν τη διάβρωση της πίστης προς τους δημοκρατικούς μας θεσμούς. Είναι κάτι που αποξενώνει την κοινωνία από την πολιτική διαδικασία. Κι αυτό, γιατί διαχέεται σαν δηλητήριο η αντίληψη ότι η δημοκρατική λειτουργία δεν εγγυάται πως οι πολίτες εισακούονται στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Και ότι η Δημοκρατία δεν μπορεί τελικά να λύσει τα προβλήματα των πολιτών. Και ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι και ενδιαφέρονται μόνο για τη διαιώνιση της πολιτικής κάστας και την πρόσβασή τους στα οφέλη της εξουσίας.

Κυρίες και κύριοι,

Αυτό ακριβώς συνέβη στη χώρα μας. Η δημοσιονομική κρίση ήταν κορυφή του παγόβουνου. Ήταν η αφορμή για να εκδηλωθεί μια συνολική αποσταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης. Η οικονομική κρίση πυροδότησε μια θεσμική κρίση, την οποία συνεχίζει να τροφοδοτεί. Οι παθογένειες της οικονομίας ενίσχυσαν τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Και οι παθογένειες του Κράτους – σε συνδυασμό φυσικά με μεγάλα διαχειριστικά λάθη – έκαναν δυσκολότερη την αντιμετώπιση της κρίσης, πολύ περισσότερο την έξοδο από αυτήν. Σε έρευνα που έγινε τον περασμένο Μάρτιο προέκυψε ότι στην Ελλάδα μειώνεται διαρκώς η εμπιστοσύνη προς τους πολιτικούς θεσμούς, ενώ αυξάνεται η εμπιστοσύνη στους μη πολιτικούς θεσμούς. Σε σύγκριση με τα προ δεκαπενταετίας δεδομένα στους δείκτες εμπιστοσύνης, η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει πτώση 46%, τα πολιτικά Κόμματα 43% και η Βουλή 35%. Μάλιστα, τα πολιτικά Κόμματα είναι τα τελευταία που εμπιστεύονται οι Έλληνες σε ποσοστό μόλις 5,5%. Ακολουθούν σε αρνητική παράσταση τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Από την άλλη πλευρά, η μόνη κοινωνική συνιστώσα που έχει αυξήσει, και μάλιστα κατά 17,5%, το επίπεδο εμπιστοσύνης των πολιτών είναι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτές υπολείπονται σε παράσταση εμπιστοσύνης μόνο των ενόπλων δυνάμεων.

Ακόμα, όμως, και αυτή την υγιή επιχειρηματικότητα, η οποία αναγνωρίζεται πια από τους πολίτες ως θετική δύναμη στην κοινωνία, φαίνεται σήμερα το Κράτος των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ να την εχθρεύεται και να την τιμωρεί με κάθε τρόπο. Αντί να περιορίζεται στη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και στη διευκόλυνση των επενδύσεων, βλέπουμε να υψώνει συνεχώς εμπόδια. Για να ανακτήσει η χώρα μας τη θεσμική της επάρκεια και αξιοπιστία, πρέπει πρώτα να αναγνωρίσουμε τους λόγους που μας οδήγησαν εδώ. Η μέχρι σήμερα εμπειρία μου, με έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι θεσμοί αποδυναμώνονται όταν χάνουν την επαφή με την κοινωνία. Όταν δεν λειτουργούν προς όφελος των πολιτών. Όταν εργαλειοποιούνται για άλλους σκοπούς από αυτούς για τους οποίους προορίζονται.

Έχουμε σκεφτεί άραγε πόσο επηρεάζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στους κρατικούς θεσμούς όταν στήνονται σε ατελείωτες ουρές για να εκδώσουν μια ηλεκτρονική κάρτα απεριορίστων διαδρομών; Όλα αυτά, ενώ υποχρεώνονται να προσκομίζουν ταυτότητες, φωτογραφίες, αλλά και στοιχεία που υπάρχουν ήδη ηλεκτρονικά, όπως το ΑΜΚΑ. Αντίστοιχα, έχουμε αναλογιστεί πόσο πλήττεται η εμπιστοσύνη στο Κράτος και τους θεσμούς του σε περιπτώσεις, όπως η πρόσφατη τραγωδία στη Μάνδρα ή σε περιβαλλοντικές καταστροφές, όπως οι πυρκαγιές του καλοκαιριού και η ρύπανση του Σαρωνικού; Τότε που οι πολίτες διαπιστώνουν διαχειριστική ανικανότητα και τραγικές ευθύνες του Κράτους, την ίδια ώρα που το πολιτικό προσωπικό επιδίδεται σε υπεκφυγές ή δυστυχώς σε αμετροεπείς δηλώσεις.

Ανάλογη θεσμική βλάβη υπάρχει κι όταν δίνεται η εντύπωση πως οι θεσμοί γίνονται εργαλεία εξυπηρέτησης άλλων στόχων. Όταν, για παράδειγμα, χρησιμοποιείς τα χρήματα της υπεροφορολόγησης για να χτίσεις κομματικό στρατό. Όταν αναλώνεσαι σε στοχευμένες πελατειακές εξυπηρετήσεις αντί να δρομολογήσεις οριζόντιες δράσεις που ωφελούν κάθε πολίτη. Όταν – και εδώ επιτρέψτε μου να μιλήσω προσωπικά – δεν προχωράς την αξιολόγηση ή όταν ακυρώνεις ουσιαστικά τους πειθαρχικούς ελέγχους στο Δημόσιο, επειδή, πιο σημαντικό από το να έχεις καλές υπηρεσίες προς τους πολίτες, θεωρείς το να ικανοποιήσεις κάποιους συνδικαλιστές σου. Όταν τοποθετείς κομματικά και συγγενικά στελέχη σε υψηλές θέσεις στο Δημόσιο. Όταν νομοθετείς αντισυνταγματικά, κρυφά και κουτοπόνηρα, με συνεχείς τροπολογίες και έχοντας σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ κακής νομοθέτησης. Εν τέλει οι θεσμοί πλήττονται όταν οι άνθρωποι που τους υπηρετούν είναι ακατάλληλοι. Όταν δεν έχουν το πολιτικό ήθος, την ευθυκρισία και την ακεραιότητα που απαιτεί η θέση τους.

Σε μια σύγχρονη Δημοκρατία, το Κράτος δικαίου και η αξιοπιστία των θεσμών είναι σημαντικότερα από τις κομματικές σκοπιμότητες. Οι θεσμοί δεν ταυτίζονται με πρόσωπα, είναι θεμέλια του δημοκρατικού μας κεκτημένου. Και τραυματίζονται όταν οι εκάστοτε κυβερνώντες προσπαθούν να τους φέρουν στα μέτρα τους. Αυτό θα έπρεπε να αποτελεί αυτονόητο κανόνα. Στην σημερινή Ελλάδα, όμως, πάει να γίνει κανόνας το ακριβώς αντίθετο. Σε καθημερινή πλέον βάση παρακολουθούμε τους κυβερνώντες να επιδίδονται σε διχαστική πολιτική ρητορική και να επιτίθενται φραστικά προς τη Δικαιοσύνη, τις Ανεξάρτητες Αρχές, τον Τύπο, ακόμα και προς απλούς πολίτες. Παρακολουθούμε επίσης το Κοινοβούλιο να υποβαθμίζεται συστηματικά. Ερωτήσεις και προτάσεις νόμου δεν συζητούνται μήνες ολόκληρους μετά την κατάθεσή τους. Ανοίγω και κάνω μια παρένθεση: Έχουμε καταθέσει 2 φορές πρόταση νόμου για να δώσουμε τη δυνατότητα στους Έλληνες κατοίκους του εξωτερικού που έχουν δικαίωμα να ψηφίζουν στην Ελλάδα, να ψηφίζουν από τον μόνιμο τόπο κατοικίας τους και η πρόταση αυτή ακόμα μετά από 17 μήνες δεν έχει καν συζητηθεί.

Υπάρχει συστηματική άρνηση συγκρότησης εξεταστικών επιτροπών ακόμη και για θέματα που ενέχουν προφανή στοιχεία πολιτικού σκανδάλου. Ανοίγω πάλι μια παρένθεση λέγοντας ότι η Ν.Δ. έχει ψηφίσει όλες τις προτάσεις για εξεταστική επιτροπή τις οποίες έφερε προς συζήτηση η Κυβέρνηση αλλά δυστυχώς η Κυβέρνηση δεν έχει ψηφίσει καμία από τις προτάσεις για Εξεταστική Επιτροπή που πρότεινε η Αντιπολίτευση. Ο Κοινοβουλευτισμός θίγεται όταν Νομοσχέδια καταλήγουν κουρελούδες λόγω άσχετων και αντισυνταγματικών τροπολογιών, που συνήθως εξυπηρετούν μικροσυμφέροντα.

Και δυστυχώς, οι βουλευτές της πλειοψηφίας θεωρούνται παρακολούθημα της Κυβέρνησης και καλούνται μόνο για να νομιμοποιήσουν τυπικά αποφάσεις προειλημμένες. Παρακολουθούμε ακόμη τη συστηματική οικοδόμηση ενός νέου συστήματος επιρροής μέσα από απόπειρες ελέγχου των ΜΜΕ, είτε με πιέσεις, είτε με χαριστικές ρυθμίσεις. Βλέπουμε επίσης μια απαράδεκτη ανοχή απέναντι σε φαινόμενα ανομίας σε γειτονιές της Αθήνας ή στα πανεπιστήμια, που λειτουργούν όχι με όρους νομιμότητας, αλλά υπό καθεστώς βίας. Ο καθηγητής Άγγελος Συρίγος γνωρίζει πάρα πολύ καλά τι σημαίνει να βλέπεις το πρόσωπό σου σε μια αφίσα περίπου ως καταζητούμενος επειδή απλά έχεις το θάρρος να εκφράσεις την άποψή σου και να συγκρουστείς με αυτές τις τελείως απαράδεκτες νοοτροπίες. Βεβαίως θα ρωτήσει κάποιος: όλα τα προηγούμενα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η κατάσταση ήταν ρόδινη; Δεν υπήρχαν προβλήματα θεσμικής ανεπάρκειας και ελλείμματος εμπιστοσύνης; Βεβαίως και υπήρχαν. Ουδείς μπορεί να ισχυριστεί το αντίθετο.

Φοβάμαι όμως ότι σήμερα έχουν συμπυκνωθεί σε μια τοξική εκδοχή οι χειρότερες πτυχές της Μεταπολίτευσης. Καμία Κυβέρνηση ως τώρα δεν είχε επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το θεσμικό οικοδόμημα της Μεταπολίτευσης με σκοπό να προκαλέσει διχασμό και μόνιμες πληγές στην ελληνική κοινωνία. Καμία Κυβέρνηση δεν είχε ευτελίσει σε τέτοιο σημείο το δημόσιο διάλογο μέσα από ρητορική και πρακτικές ανάρμοστες για χώρα της Ευρώπης. Καμία πολιτική δύναμη δεν είχε επιδείξει, και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, τέτοια αλαζονική και καθεστωτική νοοτροπία. Λυπάμαι που το λέω αλλά αυτή είναι η αλήθεια: Η σημερινή Κυβέρνηση δεν προσπαθεί να ενισχύσει τους θεσμούς. Προσπαθεί να τους χειραγωγήσει, φέρνοντάς τους στα μέτρα της, με αποτέλεσμα να ασφυκτιά η ήδη καχεκτική Δημοκρατία μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.