Από τη ΜΑΡΙΑ ΜΕΤΑΞΗΤΙΝΟΥ
Στο «Τατουάζ» ο Παύλος έχει πάει στο Λονδίνο για να ξεκαθαρίσει μερικά πράγματα σε σχέση με τη Μαργκώ, τον Τόνυ και τον εκβιασμό που δέχτηκε ο Αλέξανδρος. Στην Αίγινα έχουν μείνει μόνες τους οι γυναίκες, καθώς ο Αλέξανδρος βρίσκεται στα Μετέωρα όπου είναι και η Άννα. Η Ελένη έχει τα προβλήματά της με τον Ορφέα και οι μόνες που έχουν απομείνει στο μαγαζί και το σπίτι είναι η Μάρθα με την Αφροδίτη. Διαβάστε παρακάτω…

Κάποια στιγμή μάνα και κόρη αποφασίζουν να πάνε μόνες τους για ψάρεμα μιας και δεν είναι εκεί ο Παύλος που πάντα προμήθευε το μαγαζί με ψάρια. Έτσι παίρνουν τη βάρκα του Παύλου και αρχίζουν να ανοίγονται στα βαθιά για να αρχίζουν να ψαρεύουν. Όμως η μηχανή της βάρκας παρουσιάζει βλάβη και σταματάει να δουλεύει μεσοπέλαγα. «Τώρα τι κάνουμε;», λέει η Μάρθα η οποία αρχίζει να ανησυχεί, ενώ η Αφροδίτη καταλαβαίνει ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα και ότι κινδυνεύουν να πνιγούν. Διαβάστε παρακάτω…

Ωστόσο, κρατάνε την ψυχραιμία τους και προσπαθούν να δουν πώς θα μπορέσουν να βάλουν μπροστά τη μηχανή, όταν αρχίζει να σηκώνει κύμα: «Παναγιά μου, θα πνιγούμε», λέει τρέμοντας η Αφροδίτη, ενώ η Μάρθα προσπαθεί να την ηρεμήσει: «Έλα Αφροδίτη μου, μην κάνεις έτσι, δεν πνίγονται έτσι οι άνθρωποι με ένα κυματάκι», την ησυχάζει, αλλά και η ίδια τρέμει από το φόβο της. Αμέσως και πριν προλάβουν να αντιδράσουν, το ρεύμα παρασέρνει τη βάρκα όλο και πιο βαθιά και η Μάρθα με την Αφροδίτη πανικοβάλλονται! «Βοήθεια, βοήθεια», αρχίζουν να ουρλιάζουν και προσπαθούν να βρουν τρόπο να επικοινωνήσουν με κάποιον στη στεριά για να τους βοηθήσει. Διαβάστε παρακάτω…

Εκεί που νομίζουν ότι τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα, η μπαταρία στο κινητό της Μάρθας τελειώνει: «Ε! Όχι, δεν το πιστεύω! Τώρα βρήκε να κλείσει και η μπαταρία», λέει και κοιτάζει στα μάτια την Αφροδίτη, η οποία πάει να βγάλει το δικό της κινητό, αλλά τελικά της πέφτει και το χάνει μέσα στη θάλασσα. Οι δύο γυναίκες είναι στο έλεος του καιρού και του πελάγους και βλέπουν το χάρο με τα μάτια τους. Αρχίζουν να παλεύουν να σωθούν, ενώ ο καιρός είναι εναντίον τους και όλο τις παρασέρνει. Θα σωθούν τελικά, από ποιους και πώς; Ή ακόμα μια συμφορά περιμένει την οικογένεια Μελά;

Κάποια στιγμή μάνα και κόρη αποφασίζουν να πάνε μόνες τους για ψάρεμα μιας και δεν είναι εκεί ο Παύλος που πάντα προμήθευε το μαγαζί με ψάρια. Έτσι παίρνουν τη βάρκα του Παύλου και αρχίζουν να ανοίγονται στα βαθιά για να αρχίζουν να ψαρεύουν. Όμως η μηχανή της βάρκας παρουσιάζει βλάβη και σταματάει να δουλεύει μεσοπέλαγα. «Τώρα τι κάνουμε;», λέει η Μάρθα η οποία αρχίζει να ανησυχεί, ενώ η Αφροδίτη καταλαβαίνει ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα και ότι κινδυνεύουν να πνιγούν. Διαβάστε παρακάτω…

Ωστόσο, κρατάνε την ψυχραιμία τους και προσπαθούν να δουν πώς θα μπορέσουν να βάλουν μπροστά τη μηχανή, όταν αρχίζει να σηκώνει κύμα: «Παναγιά μου, θα πνιγούμε», λέει τρέμοντας η Αφροδίτη, ενώ η Μάρθα προσπαθεί να την ηρεμήσει: «Έλα Αφροδίτη μου, μην κάνεις έτσι, δεν πνίγονται έτσι οι άνθρωποι με ένα κυματάκι», την ησυχάζει, αλλά και η ίδια τρέμει από το φόβο της. Αμέσως και πριν προλάβουν να αντιδράσουν, το ρεύμα παρασέρνει τη βάρκα όλο και πιο βαθιά και η Μάρθα με την Αφροδίτη πανικοβάλλονται! «Βοήθεια, βοήθεια», αρχίζουν να ουρλιάζουν και προσπαθούν να βρουν τρόπο να επικοινωνήσουν με κάποιον στη στεριά για να τους βοηθήσει. Διαβάστε παρακάτω…

Εκεί που νομίζουν ότι τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα, η μπαταρία στο κινητό της Μάρθας τελειώνει: «Ε! Όχι, δεν το πιστεύω! Τώρα βρήκε να κλείσει και η μπαταρία», λέει και κοιτάζει στα μάτια την Αφροδίτη, η οποία πάει να βγάλει το δικό της κινητό, αλλά τελικά της πέφτει και το χάνει μέσα στη θάλασσα. Οι δύο γυναίκες είναι στο έλεος του καιρού και του πελάγους και βλέπουν το χάρο με τα μάτια τους. Αρχίζουν να παλεύουν να σωθούν, ενώ ο καιρός είναι εναντίον τους και όλο τις παρασέρνει. Θα σωθούν τελικά, από ποιους και πώς; Ή ακόμα μια συμφορά περιμένει την οικογένεια Μελά;

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.