Οι αειθαλείς Aθηναίοι της Georgia αποφάσισαν ότι... δεν είναι και τόσο αειθαλείς. Ανακοίνωσαν σεμνά τη διάλυσή τους μετά από τριάντα ένα χρόνια καριέρας και μετά από 15 άλμπουμ που κυμάνθηκαν από την αξιοπρέπεια μέχρι την ύστατη σπουδαιότητα. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι τα τελευταία 15 χρόνια, οι R.E.M. δεν είχαν “ρόλο” στα σύγχρονα θέματα του rock. Σαν παροπλισμένοι βετεράνοι που δεν είχαν παρά να δρουν απλά χωρίς να κηλιδώνουν την τρανή φήμη τους, οι R.E.M. κυκλοφορούσαν το ένα άλμπουμ μετά το άλλο μέσα σε ένα πληκτικό πέλαγος ανίας. Δεν είχαν πλέον ένα επιπλέον χαρτί στο μανίκι τους, δεν είχαν κάποιο καινούργιο όπλο διείσδυσης στο κοινό τους, δεν είχαν καμία ασύλληπτη μελωδία στην φαρέτρα τους. Αναπαρήγαγαν τα πλεονεκτήματά τους, πειθήνια, με συνέπεια, χωρίς καμία έξαρση, καμία κορύφωση ιδιαιτερότητας. Οι R.E.M. πρέπει να είχαν γίνει το πιο βαρετό συγκρότημα του πλανήτη – σκήπτρο που συνέχιζαν να κατέχουν, ακόμα και μετά τη διάλυσή τους, οι αείμνηστοι Dire Straits. Η ανία, όμως, και το rock ‘n’ roll δεν ήταν ποτέ συμπλέουσες έννοιες. Και οι R.E.M. παρότι το πάλαιψαν εσωτερικά να ανατρέψουν τον κανόνα, δεν τα κατάφεραν. Προς τιμήν τους, το αποδέχτηκαν και μαζί με αυτή την αποδοχή κέρδισαν ένα πολύτιμο αγαθό για την υστεροφημία τους: την “καθαρότητα” του ονόματός τους, από τυχόν αμφισβητήσεις.
Πράγματι, αν υπάρχει κάτι που κατάφεραν να διαιωνίσουν οι R.E.M. πέρα από τρία – τέσσερα άλμπουμ μυθικής καλλιτεχνικής αξίας, την επιστροφή της λογοτεχνικότητας στο rock και κάποιους σουρεαλιστικούς στίχους του Michael Stipe στα όρια της παράνοιας, είναι ότι εξασφάλισαν τη βεβαιότητα πως κανένας δεν θα βρεθεί να τους κατηγορήσει για “κακό υλικό”, “λάθος κινήσεις”, “σπίλωση του ονόματός τους”, “ξεπούλημα” και τα ρέστα. Δεν θα βρεθεί κανένας να τους καταλογίσει τίποτα. Αυτό δεν είναι και λίγο. Ούτε όμως και αρκετό/επαρκές είναι...
Όπως αρκετό δεν είναι και το γεγονός ότι οι Pearl Jam στα 20 χρόνια θητείας τους, έχουν υπάρξει συνεπείς, στα 9 studio άλμπουμ τους, τα 7 live άλμπουμ, τις τρεις συλλογές και τα αμέτρητα bootlegs. Οι Pearl Jam με μία ολομέτωπη κίνηση –συναυλίες, καινούργιο διπλό CD, DVD, ταινία σε σκηνοθεσία του Cameron Crowe, βιβλίο–λεύκωμα της πορείας τους- γιορτάζουν τα 20 χρόνια τους με έναν επειδοσιακό τρόπο, που παραπέμπει στην περίλαμπρη ιστορική στιγμή της σκηνοθεσίας των Band και των φίλων τους επί σκηνής από τον Martin Scorcese για το “Last Waltz”. Μετά από όλο αυτό το tour de force που έχει προφανώς σκοπό να υποβάλει τον ακροατή–fan των Pearl Jam, αναρωτιέμαι... αν έπρεπε να κάνει κάποιος ένα γρήγορο flashback στα highlights αυτής της εικοσάχρονης πορείας, σε ποια τραγούδια θα στάθμευε... Η συγκομιδή είναι φιάσκο... Μετά την αφετηρία του “Jeremy” και του “Alive”, διαπιστώνει κανείς ότι οι Pearl Jam δαπάνησαν όλες τις δυνάμεις τους μέσα στην εικοσαετία, όχι για να γράψουν τραγούδια, όχι για να φτάσουν κοντύτερα στον παλμό του ακροατηρίου τους, αλλά για να χτίσουν ένα “έντεχνο” πρόσωπο προς τα έξω, τέτοιο που επικοινωνιακά, να δημιουργεί το συνειρμό του “καλλιτεχνικά συνεπούς και σοβαρού”. Σε αυτήν την εντεχνοποίησή τους, άφησαν απ’ έξω τα riffs, τα αναγνωρίσιμα hooks, τις φιλικές μελωδίες. Όλη η δισκογραφία των Pearl Jam ακούγεται σαν ηχοπολτός, ο οποίος ναι μεν δεν είναι ρυπαρός αλλά από την άλλη, δεν είναι και ούτε ελάχιστα ιδιαίτερος. Από τον δισκογραφικό όγκο των Pearl Jam δεν προεξέχει καμία ένταση, ένα υποτιθέμενο διάγραμμα της δημιουργικότητάς τους θα αποτύπωνε μία επίπεδη γραμμή – κάτι σαν flat line που μπορεί ακόμα και ανασαίνει, βασισμένη πότε στην καλλιτεχνική “ακεραιότητα” του προφίλ του Eddie Vedder πότε σε κάποιο εστέτ αλλά στεγνό και άχαρο event από κάποιο live τους. Αυτή η εν πολλοίς τεχνητή “ανάσα” τους ψυχαναγκάζει πολλούς συντηρητικούς υπηρέτες της rock κριτικής έτσι ώστε να περιλαμβάνουν πάντα τους Pearl Jam μέσα στις “καλύτερες στιγμές” της κάθε χρονιάς.
Οι R.E.M. και οι Pearl Jam, δύο από τα ονόματα του αμερικανικού rock που ακόμα παράγουν εξώφυλλα στον Τύπο –και θα παράγουν για πολλά χρόνια ακόμα- δημιουργούν με το στανιό μια επικαιρότητα η οποία δεν έχει καμία πληροφορία να προσφέρει στο κοινό, καμία ένταση να “κουνήσει τη βάρκα”. Συντηρούνται νωθρά και “στον αυτόματο πιλότο” στα media, αναπαράγοντας την ανία και την πλήξη.
Πράγματι, αν υπάρχει κάτι που κατάφεραν να διαιωνίσουν οι R.E.M. πέρα από τρία – τέσσερα άλμπουμ μυθικής καλλιτεχνικής αξίας, την επιστροφή της λογοτεχνικότητας στο rock και κάποιους σουρεαλιστικούς στίχους του Michael Stipe στα όρια της παράνοιας, είναι ότι εξασφάλισαν τη βεβαιότητα πως κανένας δεν θα βρεθεί να τους κατηγορήσει για “κακό υλικό”, “λάθος κινήσεις”, “σπίλωση του ονόματός τους”, “ξεπούλημα” και τα ρέστα. Δεν θα βρεθεί κανένας να τους καταλογίσει τίποτα. Αυτό δεν είναι και λίγο. Ούτε όμως και αρκετό/επαρκές είναι...
Όπως αρκετό δεν είναι και το γεγονός ότι οι Pearl Jam στα 20 χρόνια θητείας τους, έχουν υπάρξει συνεπείς, στα 9 studio άλμπουμ τους, τα 7 live άλμπουμ, τις τρεις συλλογές και τα αμέτρητα bootlegs. Οι Pearl Jam με μία ολομέτωπη κίνηση –συναυλίες, καινούργιο διπλό CD, DVD, ταινία σε σκηνοθεσία του Cameron Crowe, βιβλίο–λεύκωμα της πορείας τους- γιορτάζουν τα 20 χρόνια τους με έναν επειδοσιακό τρόπο, που παραπέμπει στην περίλαμπρη ιστορική στιγμή της σκηνοθεσίας των Band και των φίλων τους επί σκηνής από τον Martin Scorcese για το “Last Waltz”. Μετά από όλο αυτό το tour de force που έχει προφανώς σκοπό να υποβάλει τον ακροατή–fan των Pearl Jam, αναρωτιέμαι... αν έπρεπε να κάνει κάποιος ένα γρήγορο flashback στα highlights αυτής της εικοσάχρονης πορείας, σε ποια τραγούδια θα στάθμευε... Η συγκομιδή είναι φιάσκο... Μετά την αφετηρία του “Jeremy” και του “Alive”, διαπιστώνει κανείς ότι οι Pearl Jam δαπάνησαν όλες τις δυνάμεις τους μέσα στην εικοσαετία, όχι για να γράψουν τραγούδια, όχι για να φτάσουν κοντύτερα στον παλμό του ακροατηρίου τους, αλλά για να χτίσουν ένα “έντεχνο” πρόσωπο προς τα έξω, τέτοιο που επικοινωνιακά, να δημιουργεί το συνειρμό του “καλλιτεχνικά συνεπούς και σοβαρού”. Σε αυτήν την εντεχνοποίησή τους, άφησαν απ’ έξω τα riffs, τα αναγνωρίσιμα hooks, τις φιλικές μελωδίες. Όλη η δισκογραφία των Pearl Jam ακούγεται σαν ηχοπολτός, ο οποίος ναι μεν δεν είναι ρυπαρός αλλά από την άλλη, δεν είναι και ούτε ελάχιστα ιδιαίτερος. Από τον δισκογραφικό όγκο των Pearl Jam δεν προεξέχει καμία ένταση, ένα υποτιθέμενο διάγραμμα της δημιουργικότητάς τους θα αποτύπωνε μία επίπεδη γραμμή – κάτι σαν flat line που μπορεί ακόμα και ανασαίνει, βασισμένη πότε στην καλλιτεχνική “ακεραιότητα” του προφίλ του Eddie Vedder πότε σε κάποιο εστέτ αλλά στεγνό και άχαρο event από κάποιο live τους. Αυτή η εν πολλοίς τεχνητή “ανάσα” τους ψυχαναγκάζει πολλούς συντηρητικούς υπηρέτες της rock κριτικής έτσι ώστε να περιλαμβάνουν πάντα τους Pearl Jam μέσα στις “καλύτερες στιγμές” της κάθε χρονιάς.
Οι R.E.M. και οι Pearl Jam, δύο από τα ονόματα του αμερικανικού rock που ακόμα παράγουν εξώφυλλα στον Τύπο –και θα παράγουν για πολλά χρόνια ακόμα- δημιουργούν με το στανιό μια επικαιρότητα η οποία δεν έχει καμία πληροφορία να προσφέρει στο κοινό, καμία ένταση να “κουνήσει τη βάρκα”. Συντηρούνται νωθρά και “στον αυτόματο πιλότο” στα media, αναπαράγοντας την ανία και την πλήξη.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.